μάζα

Μεταφράσεις

μάζα

massmassemassa, montãoمِقْدَارٌ كَبِيرٌmasamasseMassemasasuuri joukkomasamassa大量풍성한massamengdemnóstwoмассаmassaจำนวนมากkütlekhối lượng大量, 大众大眾маса ('maza)
ουσιαστικό θηλυκό φυσική
1. συγκεντρωμένη ποσότητα ύλης η μάζα ενός σώματος
2. το πλήθος oι λαϊκές μάζες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close