μάσκα

Μεταφράσεις

μάσκα

maskmasqueقِنَاعٌmaskamaskeMaskemáscaranaamiomaskamascheraマスク마스크maskermaskemaskamáscaraмаскаmaskหน้ากากmaskemặt nạ面具маска ('maska)
ουσιαστικό θηλυκό
1. μεταμφίεση του προσώπου αποκριάτικη μάσκα
2. καλλυντικό μάσκα ομορφιάς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close