μέλος

Μεταφράσεις

μέλος

member, limbmembromembreאיברعُضْوٌčlenmedlemMitgliedmiembro, estadojäsenčlansocioメンバー회원lidmedlemczłonekmembro, estadoчленmedlemสมาชิกüyethành viên成员, 状态狀態 ('melos)
ουσιαστικό ουδέτερο
άτομο ή κράτος που ανήκει σε κπ σύνολο μέλος επιτροπής τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close