μένω

Μεταφράσεις

μένω

rester, rester à l'écart, séjournervivir, alojarse, mantenerse, quedarsestay, live, keepيَبْعُدُ عَنْ, يَبْقَىpobývat, zdržovat se, zůstatblive hos, forblive, holde (sig)aufhalten, bleiben, sich haltenjäädä, pysytellä, viettääkloniti se, ostatirestare, stare, stare lontanoとどまる, 滞在する, 近づかない머무르다, 유지하다blijven, logerenforbli, holde, overnatteutrzymywać, zatrzymać się, zostaćficar, ficar alojado, manterдержаться, останавливаться, пребыватьhålla, stanna, vistasพักอยู่, อยู่ห่างจาก, อาศัยอยู่kalmak, uzak durmakgiữ, ở, ở lại使留在, 暂住, 逗留 ('meno)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κατοικώ Μένω στο εξωτερικό.
2. διανυκτερεύω Μείναμε σε ξενοδοχείο.
3. κάθομαι Μείνε λίγο ακόμα.
καθυστερώ
4. δεν περνάω εξετάσεις μένω στην ίδια τάξη
5. βρίσκομαι χωρίς κτ αναγκαίο μένω από βενζίνηλεφτά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close