μέρος

Μεταφράσεις

μέρος

place, part, party, compartment, loo, spotendroit, lieu, partie, placeмісце, частинаpartečástparte部分osaחלקdeelجزءdelчастdelTeilparte部分 ('meros)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. κομμάτι, τμήμα το πρώτο μέρος
2. μερίδιο κόβω κτ σε ίσα μέρη
συμμετέχω
3. τουαλέτα Πρέπει να πάω στο μέρος.
4. περιοχή, τόπος μακρινό μέρος Από ποιο μέρος είσαι;
5. μεριά το δυτικό μέρος σπιτιού
υποστηρίζω κπ
6. χώρος, θέση Σε ποιο μέρος να το βάλω;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close