μέσα

Μεταφράσεις

μέσα

in, drinneninside, in, into, within, duringen, dentroدَاخِلاً, في, فِيdo, v, vevnitři, ind i, indenforjhk t. jtak kohti, sisäpuolellaà l’intérieur, dansu, unutradentro, in・・・の中に, ・・・の中へ, 内側に...의 안에, ~안으로, 실내로binnen, ini, inn, innido środka, w, wewnątrzdentro, em, para dentro deв, внутрьi, in i, inutiเข้าไปใน, ใน, ภายในiçeride, içinde, içinebên trong, ở trong在...里, 在内部, 进入…里 ('mesa)
επίρρημα
1. στο εσωτερικό μέσα σε ένα κουτί βάζω κτ μέσα σε τσάντα
2. στο σπίτι Θα μείνω μέσα απόψε.
3. ανάμεσα από, ανοίγοντας δίοδο Πέρασε μέσα από το πλήθος. Κοίταζε μέσα από την τρύπα.
4. ανάμεσα σε, μεταξύ Είναι μέσα στους δέκα πρώτους.
5. σε συγκεκριμένες συνθήκες Ζει μέσα στην πολυτέλεια.
6. οικείο στη φυλακή Τον έβαλαν μέσα.
7. δηλώνει χρονικό διάστημα μέσα σε μια ώρα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close