μέσον

Μεταφράσεις

μέσο (ν)

means, mediummilieu ('meson)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. μέση στο μέσο της διαδρομής
2. τρόπος μεταφορικό μέσο μέσο προόδου
τρόποι επικοινωνίας
3. βοηθητική γνωριμία έχω βάζω μέσο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close