μέσος

Μεταφράσεις

μέσος

('mesos) αρσενικό

μέση

('mesi) θηλυκό

μέσο

average, middle, middle finger, mean, mediummajeur, moyenمُعْتَدِل, مُعَدَّلprůměrný, střednígennemsnitlig, mediumdurchschnittlich, mittelmäßigmediano, mediokeski-, keskimääräinenprosječan, srednjimedio中くらいの, 平均の중간의, 평균의gemiddeldgjennomsnittlig, mellom-przeciętny, średnimédio, médiaсреднийgenomsnittlig, medelโดยเฉลี่ย, ซึ่งอยู่ระหว่างกลางorta, ortalamatrung bình中间的, 平均的, 平均平均ממוצע ('meso) ουδέτερο
επίθετο
1. μεσαίος, μέτριος μέσο μέγεθος μέσο επίπεδο
2. κοινός μέσος πολίτης
που αφορά τους περισσότερους υψηλός μέσος όρος ηλικίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close