μέτριος

Μεταφράσεις

μέτριος

('metrios) αρσενικό

μέτρια

('metria) θηλυκό

μέτριο

mediocre, medium, moderate, passablemoyen, médiocre ('metrio) ουδέτερο
επίθετο
1. μεσαίος μέτριο μέγεθος
2. με σχετικά μικρή αξία μέτριο αποτέλεσμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close