μέτρο

Μεταφράσεις

μέτρο

metre, meter, measuremètre, mesuremetro, medidaMeterمِتْرٌmetrmetermetro, medidametrimetarmetroメートル미터metermetermetrметрmeterเมตรmetremétмярка ('metro)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. μονάδα μέτρησης μήκους μήκους δύο μέτρων ύφασμα με το μέτρο
2. όργανο μέτρησης μήκους μετράω με ένα μέτρο
3. κριτήριο μέτρο σύγκρισης
4. αποφυγή υπερβολών
χωρίς υπερβολές
5. πρόβλεψη ασφαλείας παίρνω τα μέτρα μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close