μέτωπο

Μεταφράσεις

μέτωπο

Stirn, Vorderseiteforehead, frontfront, avantמצחfronte, davantiфронт, лоб, передняя частьجَبْهَة, وَجْهčelo, předekforside, pandefrenteetupuoli, otsačelo, prednja strana前, 額앞, 이마voorhoofd, voorkantforside, panneczoło, frontfrente, testaframsida, pannaด้านหน้า, หน้าผากalın, önmặt tiền, trán前面, 前额 ('metopo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το σημείο μεταξύ των μαλλιών και των φρυδιών ζαρώνω το μέτωπο
2. η πρώτη γραμμή στον πόλεμο πεθαίνω στο μέτωπο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close