μαγγώνω

Μεταφράσεις

μαγγώνω


μαγκώνω

(maŋ'gono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
πιάνω και σφίγγω δυνατά μαγγώνω τα δάχτυλα στην πόρτα

μαγγώνω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
για μηχανισμό που κολλάει Ο μοχλός μάγγωσε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close