μαγεύω

Μεταφράσεις

μαγεύω

hexen, Zauberei treiben, zaubernbewitch, charmsorĉiembrujar, hechizartaikoaensorcelervarázsolheksen, tjsoenen, toverenforhekseenfeitiçartrolla (ma'ʝevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω μάγια Τον μάγεψε, τον έκανε βάτραχο.
2. μεταφορικά σαγηνεύω, συναρπάζω Αυτή η μελωδία με μάγεψε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close