μαγνητίζω

Μεταφράσεις

μαγνητίζω

magnetizeaimanter (maɣni'tizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. (για μαγνήτη) τραβάω πάνω μου μαγνητίζω ένα υλικό
2. μεταφορικά προσελκύω, γοητεύω Το βλέμμα του με μαγνητίζει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close