μαδάω

Μεταφράσεις

μαδάω

(ma'ðao)

μαδώ

(ma'ðo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. τραβάω χνούδια, τρίχες, φύλλα κ.λπ. μαδάω ένα κοτόπουλο
2. μεταφορικά παίρνω όλα τα χρήματα κάποιου Τον μάδησε στα χαρτιά.

μαδάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
μου πέφτουν χνούδια, τρίχες, πέταλα κ.λπ.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close