μαζί

Μεταφράσεις

μαζί

наедноzusammen, mittogether, with, alongyhdessä, mukaanensemble, avecegyüttassieme, insieme, con sé같이, …을 따라, 함께simulrazem, z sobąвместе, попутноskupajразом一起, 在一起سَوِيّاً, مَعَs sebou, spolumed, sammenjuntos, conuz (sebe), zajedno・・・を持って, 一緒にmee, samenmed, sammenconsigo, junto, juntosmed, tillsammansนำมาด้วย, ร่วมกันberaberinde, birliktecùng nhau, theo一起יחד (ma'zi)
επίρρημα
1. o ένας με τον άλλον, παρέα Μαζί, θα τα καταφέρουμε. Πήγαμε όλοι μαζί βόλτα.
έχω σχέση
2. ταυτόχρονα Βγαίνει και με τους δυο μαζί.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close