μαζεύομαι

Μεταφράσεις

μαζεύομαι

cower, gather (ma'zevome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. συγκεντρώνομαι Μαζευτήκαμε στην πλατεία. Μαζεύτηκε κόσμος.
2. ζαρώνω Μαζεύτηκε από φόβο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close