μαζεύω

Μεταφράσεις

μαζεύω

(ma'zevo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. συγκεντρώνω μαζεύω τα πράγματά μου μαζεύω χρήματα
2. κόβω για να πάρω μαζί μου μαζεύω λουλούδια
3. βάζω στην άκρη μαζεύω χρήματα
4. πιάνω, δένω μαζεύω τα μαλλιά μου
5. σηκώνω μαζεύω τα μανίκια μου
6. συγυρίζω μαζεύω το σπίτι
7. συγκεντρώνω μαζεύω κόσμο στο σπίτι

μαζεύω

gather, collect, pick up, furl, marsh, pickramasser, rassemblerلف畳むFurlFurlFurlFurlFurl
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
(για ρούχο) μπαίνω Μάζεψε το πουλόβερ στο πλύσιμο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close