μαθαίνω

Μεταφράσεις

μαθαίνω

(ma'θeno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πληροφορούμαι Έμαθα πως πέθανε.
2. ανακαλύπτω Θα μάθω πού μένει.
3. διδάσκω Του έμαθε τζούντο.
4. διδάσκομαι Μαθαίνω ελληνικά.
5. εθίζομαι, συνηθίζω Έμαθε το τσιγάρο.

μαθαίνω

lernenlearnaprenderapprendreيَتَعَلَّمُučit selæreoppiaučitiapprendere学ぶ배우다lerenlærenauczyć sięaprenderизучатьlära (sig)เรียนöğrenmekhọc学习學習
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
συνηθίζω σε κτ μαθαίνω στις δυσκολίες μαθαίνω να ζω με κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close