μαθημένος

Μεταφράσεις

μαθημένος

(maθi'menos) αρσενικό

μαθημένη

(maθi'meni) θηλυκό

μαθημένο

accustomed, familiar (maθi'meno) ουδέτερο
επίθετο
συνηθισμένος είμαι μαθημένος στη σκληρή δουλειά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close