μαθηματικός

Μεταφράσεις

μαθηματικός

(maθimati'kos) αρσενικό

μαθηματική

(maθimati'ci) θηλυκό

μαθηματικό

(maθimati'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με τα μαθηματικά μαθηματικός υπολογισμός έχω μαθηματικό μυαλό

μαθηματικός

mathematical, mathematicianmathématique, mathématicienمُتَعَلِقٌ بِالرِّيَاضِيَاتِmatematickýmatematiskmathematischmatemáticomatemaattinenmatematičkimatematico数学の수학의wiskundigmatematiskmatematycznymatemáticoматематическийmatematiskเกี่ยวกับคณิตศาสตร์matematikselthuộc toán học数学的, 数学家數學家Математикמתמטיקאי
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
1. ερευνητής στα μαθηματικά Είναι διάσημος μαθηματικός.
2. καθηγητής μαθηματικών Είναι μαθηματικός στο Γυμνάσιο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close