μαθητευόμενος

Μεταφράσεις

μαθητευόμενος

(maθite'vomenos)

μαθητευόμενη

(maθite'vomeni)

μαθητευόμενο

apprentice, learnerمُتَعَلِّم, مُتَمَهِّنučeň, žákelev, lærlingLehrling, Lernenderaprendiz, principianteharjoittelija, oppilasapprentišegrt, učenikallievo, apprendista学習者, 見習い견습생, 배우는 사람leerlinglærlingpraktykant, uczeńaprendizучащийся, ученикelev, lärlingผู้เรียน, ผู้ฝึกงานçırak, öğrencingười học, người học việc学习者, 学徒 (maθite'vomeno)
επίθετο
που μαθαίνει κπ τέχνη ή επάγγελμα από κπ Είναι μαθητευόμενος κομμωτής.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close