μακροσκελής

(προωθήθηκε από μακροσκελές)
Μεταφράσεις

μακροσκελής

(makrosce'lis) αρσενικό-θηλυκό

μακροσκελές

lengthyдлинныйdlouhý長いpitkälargolånglanglungoдълъгארוךlong (makrosce'les) ουδέτερο
επίθετο
μακρύς μακροσκελές γράμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close