μαλακώνω

Μεταφράσεις

μαλακώνω

(mala'kono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να γίνει πιο μαλακό ένα υγρό που μαλακώνει τα ρούχα
2. ανακουφίζω ένα σιρόπι που μαλακώνει το λαιμό

μαλακώνω

softenapaiser
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. γίνομαι πιο μαλακός Το δέρμα μου μαλάκωσε.
2. ηρεμώ Το χαμόγελό της τον μαλάκωσε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close