μαλθακός

Μεταφράσεις

μαλθακός

(malθa'kos) αρσενικό

μαλθακή

(malθa'ci) θηλυκό

μαλθακό

delicate, effeminate, indolent (malθa'ko) ουδέτερο
επίθετο
χωρίς κανένα δυναμισμό μαλθακή αντίδραση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close