μανία

Μεταφράσεις

μανία

maniefury, rage, maniaهَوَسmániemaniManiemaníamaniamanijamania・・・熱광적인 열중maniemaniobłędmaniaманияmaniความคลั่งไคล้çılgınlıksự đam mê颠狂מאניהМания (ma'nia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. έμμονη ιδέα η μανία της τελειότητας
2. κρίση τρέλας Τον έπιασε μανία.
3. πάθος Έχει μανία με τη μόδα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close