μανιασμένος

Μεταφράσεις

μανιασμένος

(maɲa'zmenos) αρσενικό

μανιασμένη

(maɲa'zmeni) θηλυκό

μανιασμένο

fierce (maɲa'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
πάρα πολύ δυνατός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close