μανιώδης

Μεταφράσεις

μανιώδης

(mani'oðis) αρσενικό-θηλυκό

μανιώδες

frantic (mani'oðes) ουδέτερο
επίθετο
παθιασμένος μανιώδης συλλέκτης έργων τέχνης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close