μαντρώνω

Μεταφράσεις

μαντρώνω

(ma'ndrono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. περιορίζω τα ζώα μαντρώνω τα ζώα
2. κλείνω ένα μέρος από όλες τις μεριές μαντρώνω τον κήπο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close