μαρτυράω

Μεταφράσεις

μαρτυράω

(marti'rao)

μαρτυρώ

(marti'ro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δείχνω Τα ίχνη μαρτυρούν το πέρασμά του.
2. προδίδω μαθητής που μαρτυράει τους συμμαθητές του
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close