μασκοφόρος

Μεταφράσεις

μασκοφόρος

(masko'foros)

μασκοφόρα

(masko'fora)

μασκοφόρο

(masko'foro)
επίθετο
που φοράει μάσκα μασκοφόρος άντρας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close