μαστίγιο

Μεταφράσεις

μαστίγιο

whipسَوْطbičpiskPeitschelátigoruoskafouetbičfrusta채찍zweeppiskbatchicoteкнутpiskaแส้kırbaçroi da鞭子, камшикשוט (ma'stiʝio)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. δερμάτινο λουρί, όργανο βασανιστηρίων χτυπάω κπ με μαστίγιο
2. ραβδί για να χτυπάμε τα άλογα δερμάτινο μαστίγιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close