ματαιόδοξος

(προωθήθηκε από ματαιόδοξο)
Μεταφράσεις

ματαιόδοξος

(mate'oðoksos)

ματαιόδοξη

(mate'oðoksi)

ματαιόδοξο

conceited, vain (mate'oðokso)
επίθετο
που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close