ντο-

(προωθήθηκε από ματοπολτός)
Μεταφράσεις

ντο- το ματοπολτός

( do- tο matopol'tos)
ουσιαστικό αρσενικό
πολτός από τομάτα

ντο- το ματοσαλάτα

( do- tο matosa'lata)
ουσιαστικό
σαλάτα με ωμές ντομάτες

ντο- το ματοχυμός

( do- tο matoçi'mos)
ουσιαστικό αρσενικό
χυμός από ντομάτα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close