μαυρίζω

Μεταφράσεις

μαυρίζω

(ma'vrizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
χρωματίζω με μαύρο μαυρίζω ένα χαρτί

μαυρίζω

blackbouler, bronzer, noircirbrown, tan
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. γίνομαι μαύρος Μαύρισαν τα χέρια μου.
2. σκουραίνει το δέρμα μου μαυρίζω στον ήλιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close