μαυρίλα

Μεταφράσεις

μαυρίλα

(ma'vrila)
ουσιαστικό θηλυκό
οικείο σκούρα βρoμιά Έχουν μαυρίλες τα ρούχα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close