με

Μεταφράσεις

με

ambmed, migmit, michwith, me, ro, toavec, moimeðcon, mimed, megcom, memed, migإليَّ, مَعَmě, scon, mekanssa, minä, not usedmene, s・・・と一緒に, ・・・を持った, 私を...과 함께, ~을 가진, 나를met, mijmnie, zмне, меня, мной, сฉัน, ที่มี, ร่วมกับben, iletôi, với, , сעם (me)
πρόθεση
1. μαζί πάω με κπ
2. δηλώνει τρόπο αγοράζω κτ με το κιλό κάνω κτ με χαρά
3. μέσο, όργανο ταξιδεύω με πλοίο κόβω κτ με (το) μαχαίρι
4. δηλώνει αιτία Ευχαριστήθηκα με το δώρο.
5. δηλώνει σχέση μοιάζω με κπ τσακώνομαι με κπ συμφωνώ με κπ
6. δηλώνει πρόσθετο χαρακτηριστικό ο άντρας με το καπέλο το κορίτσι με τα μαύρα μάτια άντρας με περιουσία
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close