μεγαλώνω

Μεταφράσεις

μεγαλώνω

(meɣa'lono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ανατρέφω παιδιά Μεγάλωσα δυο παιδιά.
2. αυξάνω σε ένταση ή μέγεθος μεγαλώνω την πίεση μεγαλώνω το σπίτι

μεγαλώνω

grow up, grow, enlarge, raiseيَبْلُغ, يَنْموdospět, růstvokse, vokse opaufwachsen, wachsencrecer, criarsekasvaa, kasvaa isoksigrandirodrasti, rasticrescere大人になる, 成長する성숙하다, 성장하다groeien, opgroeienvokse, vokse oppdorosnąć, urosnąćcrescerвырастать, развиватьсяväxa, växa uppเจริญเติบโต, เติบโต งอกงามbüyümeklớn lên, trưởng thành生长, 长大
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κτ γίνεται πιο μεγάλο σε μέγεθος ή αριθμό Τα φυτά μεγαλώνουν. Tα παιδιά μεγαλώνουν. O πληθυσμός μεγαλώνει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close