μεγεθυντικός

(προωθήθηκε από μεγεθυντικό)
Μεταφράσεις

μεγεθυντικός

(meʝeθindi'kos)

μεγεθυντική

(meʝeθindi'ci)

μεγεθυντικό

agrandissant돋보기Увеличителноingrandimentomagnifying (mejeθindi'ko)
επίθετο
φακός που μεγαλώνει τα αντικείμενα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close