μεγεθύνω

Μεταφράσεις

μεγεθύνω

agrandissementenlarge (meʝe'θino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να φαίνεται πιο μεγάλο μεγεθύνω μία εικόνα
2. μεταφορικά κάνω κτ πιο έντονο μεγεθύνω ένα πρόβλημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close