μεθάω

Μεταφράσεις

μεθάω

(me'θao)

μεθώ

(me'θo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. βρίσκομαι κάτω από την επήρεια αλκοόλ Μεθύσαμε χτες στη γιορτή.
2. μεταφορικά βρίσκομαι σε κατάσταση ευφορίας μεθάω από ευτυχία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close