μεθοδικός

Μεταφράσεις

μεθοδικός

(meθoði'kos) αρσενικό

μεθοδική

(meθoði'ci) θηλυκό

μεθοδικό

methodical, Methodistméthodique, méthodisteميثوديّmetodistametodistiskmethodistischmetodistametodisti-metodističkimetodistaメソジスト派の감리교 신자의methodistmetodist-Metodysametodistaметодистскийmetodistiskสมาชิกนิกายโปรเตสแตนต์นิกายหนึ่งMethodist mezhebine aittheo Hội Giám lý循道宗信徒的 (meθoði'ko) ουδέτερο
συστηματικός μεθοδικές ενέργειεςκινήσεις Είναι μεθοδικός στη δουλειά του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close