μεθυσμένος

(προωθήθηκε από μεθυσμένο)
Μεταφράσεις

μεθυσμένος

(meθi'zmenos) αρσενικό

μεθυσμένη

(meθi'zmeni) θηλυκό

μεθυσμένο

drunk, intoxicated, drunkenثَمِل, سَكْرانopilec, opilýfuld, fulderikbetrunken, Betrunkenerborracho, ebriohumalainen, juoppoivre, ivrognepijan, pijanacubriaco酔った, 酔っぱらい술취한, 주정뱅이dronken, dronkenlapfull, fyllikpijak, pijanybêbadoпьяныйfull, fylloเมา, คนเมาsarhoşngười say rượu, say rượu喝醉了, 醉酒者пиянשיכור (meθi'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει πιει πάρα πολύ Είναι συνέχεια μεθυσμένος.
2. μεταφορικά ζαλισμένος μεθυσμένος από ευτυχία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close