μεθυστικός

(προωθήθηκε από μεθυστικό)
Μεταφράσεις

μεθυστικός

(meθisti'kos) αρσενικό

μεθυστική

(meθisti'ci) θηλυκό

μεθυστικό

enivrant (meθisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
μαγευτικός μεθυστικό άρωμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close