μεικτός

(προωθήθηκε από μεικτό)
Μεταφράσεις

μεικτός

(mi'ktos) αρσενικό

μεικτή

(mi'kti) θηλυκό

μεικτό

(mi'kto) ουδέτερο
επίθετο
που είναι το αποτέλεσμα συνδυασμού
με κορίτσια και αγόρια
με ανθρώπους διαφορετικής φυλής
μισθός με κρατήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close