μειονεκτικός

Μεταφράσεις

μειονεκτικός

(mionekti'kos) αρσενικό

μειονεκτική

(mionekti'ci) θηλυκό

μειονεκτικό

(mionekti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που μειονεκτεί μειονεκτική θέση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close