μελετάω

Μεταφράσεις

μελετάω

(mele'tao)

μελετώ

(mele'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. εξετάζω Μελετάω όλες τις πιθανότητες.
2. διαβάζω για να μάθω κτ μελετάω τα μαθήματά μου μελετάω σύγχρονη ιστορία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close