μεράκι

Μεταφράσεις

μεράκι

(me'raci)
ουσιαστικό ουδέτερο
φροντίδα, κέφι φτιάχνω κτ με μεράκι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close