μερικός

(προωθήθηκε από μερικό)
Μεταφράσεις

μερικός

(meri'kos) αρσενικό

μερική

(meri'ci) θηλυκό

μερικό

partial, somepartiel, quelquesبَعْضُ, جُزْئِيٌčástečný, trochudelvis, nogle(irgend)ein, teilweiseparcial, unosjoku, osittainendjelomičan, neštoparziale, un po'いくらかの, 部分的な부분적인, 어떤gedeeltelijk, watdelvis, litt av enczęściowy, jakieśparcial, algumнекоторый, частичныйganska, partiellเล็กน้อย, ซึ่งเป็นบางส่วนbazı, kısmimột chút, một phần一些的, 部分的, 部分部分 (meri'ko) ουδέτερο
επίθετο
που δεν αντιστοιχεί σε κτ ολοκληρωμένο μερική απασχόληση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close