μεσάζοντας

Μεταφράσεις

μεσάζοντας

middlemanmellanhandmellemmandpośrednikوسيطVermittlerпосредникпосредникמתווך (me'sazondas)
ουσιαστικό αρσενικό
ενδιάμεσος, που μεσολαβεί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close